Ελλάδα

06.04.2015

Σύγχυση, αβεβαιότητα, μια στάση αναμονής χαρακτηρίζουν τώρα την πολιτική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα, καθώς η τρόικα των πιστωτών αυξάνει τη χρηματοπιστωτική πίεση στη χώρα, δεν διαφαίνεται συμφωνία στον ορίζοντα και η επιδίωξη ενός «έντιμου συμβιβασμού» από την κυβέρνηση Τσίπρα φαίνεται περισσότερο απομακρυσμένη από ποτέ. ‘Ένα είδος ασταθούς «ισορροπίας τρόμου» μοιάζει να βασιλεύει μεταξύ της Ελλάδας και των «πιστωτών», που είναι επίσης οι αποικιοκράτες της με οικονομικά μέσα. ‘Οσο για τον πιεζόμενο από όλες τις πλευρές Τσίπρα, προσπαθεί να βρει κάποιο «οξυγόνο» επισκεπτόμενος τη Μόσχα αυτή την εβδομάδα και κάνοντας ανοίγματα στην Κίνα και πιθανώς το Ιράν.

Η Γερμανία φοβάται το κόστος μιας ανοιχτής κρίσης, που θα οδηγήσει πιθανώς σε διακοπή εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας, αν όχι εξόδου από την Ευρωζώνη. Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν μπορεί να αποδεχθεί τη συνέχιση του προγράμματος της τρόικας που επιβλήθηκε στη χώρα μετά το 2010. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Αν.Ελλ. υπάρχουν μόνο λόγω της αντίθεσής τους σε αυτό. Αλλά δεν θέλουν επίσης μια ανοιχτή σύγκρουση με τους πιστωτές. Μια τέτοια σύγκρουση δεν θα ήταν αστείο, μια απλή υπόθεση, δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων, την καταστροφή που έχει ήδη υποστεί η Ελλάδα, τη διάλυση των δομών της και τις γεωπολιτικές απειλές προς αυτή. Θα είναι ακόμα πιο δύσκολη και επικίνδυνη γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν προετοιμάστηκε η ίδια και δεν προετοίμασε το ‘Εθνος για μια τέτοια προοπτική. Αν όμως οι πιστωτές επιμείνουν στη γραμμή τους, μια τέτοια προοπτική μοιάζει όλο και περισσότερο αναγκαία για τη σωτηρία και απελευθέρωση της χώρας.

Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού υποστήριξε εξ αρχής τη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. για μάλλον προφανείς λόγους, που δεν έχουν τόσο να κάνουν με κομματικές ή ιδεολογικές προτιμήσεις, αλλά με τη θεμελιώδη εθνική ανάγκη να σταματήσει η εφαρμογή του προγράμματος που επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 2010 και ανανεώθηκε έκτοτε. Οι ‘Ελληνες έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από τα πρώτα δείγματα της νέας κυβέρνησης γιατί ένοιωσαν τη χώρα τους να ανακτά τουλάχιστο τμήμα της αξιοπρέπειάς της. Για πρώτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια, ένοιωσαν ότι η Ελλάδα έχει δική της κυβέρνηση, όχι μια μαριονέττα της Γερμανίας και των «αγορών» (του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου). Θα ήταν έτοιμοι να κάνουν και θυσίες, ιδίως αν ένοιωθαν ότι οι ηγέτες τους έχουν συνεκτικό πρόγραμμα και στρατηγική.

Ο ελληνικός λαός ακόμα υποστηρίζει την κυβέρνησή του σε πολύ μεγάλα ποσοστά, αλλά η τάση είναι προς μείωση της υποστήριξης, για αυτό που αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο ως αντιφάσεις και έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε τις συνέπειες πολλών αντιφατικών δηλώσεων από υπουργούς για διάφορα θέματα. Τέτοιες αντιφάσεις προδίδουν την έλλειψη πολιτικής ενότητας γύρω από ένα άλλο όραμα για τη χώρα και ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα για την αναγέννησή της.

Πρέπει να θυμίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι η Ελλάδα υπέστη μια άνευ πρoηγουμένου, για τις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οικονομική και κοινωνική καταστροφή στη διάρκεια των τελευταίων πέντε χρόνων. Με το πρόγραμμα που της επεβλήθη από την τρόικα, όχι μόνο δεν αντιμετώπισε τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αλλά και έχασε το 26% του ΑΕΠ της, δηλαδή περισσότερο από τις οικονομικές απώλειες της Γαλλίας ή της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ουράνια, τα συστήματα υγείας, εκπαίδευσης και συνταξιοδότησης κατεστράφησαν. Το ηθικό του πληθυσμού, η εμπιστοσύνη του στον εαυτό του και το έθνος του επλήγησαν σοβαρά. Υποχρεώνοντας την Ελλάδα να εξυπηρετήσει ένα μη βιώσιμο χρέος και με τους ακραία αποικιακούς όρους που της επέβαλαν, μετέτρεψαν ένα σχετικά κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος σε «αποικία χρέους».

Τώρα οι «πιστωτές», δηλαδή μια συμαχία του διεθνούς Χρήματος και της γερμανικής ηγεσίας, ακολουθούμενη από τις άλλες ευρωπαϊκές ελίτ, ελεγχόμενες όσο ποτέ άλλοτε από τη «Διεθνή του Χρήματος», όχι μόνο αρνούνται να αναγνωρίσουν τα εξαιρετικά σοβαρά, καταστροφικά τους σφάλματα, αν πρόκειται περί «σφαλμάτων», αλλά επιμένουν στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής, αρνούμενοι ουσιαστικά οποιαδήποτε σοβαρή παραχώρηση.